ἑτερογενής

ἑτερο-γενής, ές,
A of different kinds,

τὰ ἑ. Arist.Cat.1b16

; of animals, Id.HA601a25;

ἑ. ζῷα Ph.2.370

;

ᾠά Gp.14.7.28

; ἐξ ἑτερογενῶν σωμάτων ὑπάρξαι, of Centaurs, D.S.4.8; μόρια, i.e. not paired, Gal.UP16.14.
2 of different kind or race, Demetr. Lac. 1012.36 F., D.T.635.7;

[ἑτερότης] ἑ. καὶ ἀλλόφυλος πρὸς αὐτήν Dam.Pr.308

; simply, different,

πράξεις D.S.1.9

. Adv. -νῶς, διαφέρειν ἀλλήλων S.E.M.7.361, cf. Nicom.Ar.1.10.
3 of diverse materials, of a garment, Sm.De.22.11: generally, complex, opp. ὁμογενής, Demetr. Lac.1429.2 F.
II Gramm., of different gender, A.D.Conj.243.1 (s.v.l.); -γενές, τό, change of gender in a constructio ad sensum, Phoeb.Fig.1.5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑτερογενής — of different kinds masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετερογενής — ές (ΑΜ ἑτερογενής, ές) 1. αυτός που ανήκει σε άλλο γένος («ετερογενή ζώα») 2. αυτός που ανήκει σε άλλη φυλή, αλλοεθνής 3. αυτός που δεν αποτελείται από τα ίδια στοιχεία ή τις ίδιες ιδιότητες, ο ανάμικτος, ο ανομοιόμορφος («ετερογενές φορτίο») 4.… …   Dictionary of Greek

  • ἑτερογενῆ — ἑτερογενής of different kinds neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑτερογενής of different kinds masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑτερογενής of different kinds masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερογενές — ἑτερογενής of different kinds masc/fem voc sg ἑτερογενής of different kinds neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκοφάγα φυτά — Ετερογενής φυτική ομάδα που αποτελεί ένα από τα πιο πρωτότυπα και ενδιαφέροντα φαινόμενα της βοτανικής. Αν και διαθέτουν χλωροφύλλη, είναι δηλαδή αυτότροφα φυτά, έχουν παρόλα αυτά την ικανότητα να απορροφούν άζωτο σε οργανική μορφή, το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • ἑτερογενοῖν — ἑτερογενής of different kinds masc/fem/neut gen/dat dual (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερογενοῦς — ἑτερογενής of different kinds masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερογενέσι — ἑτερογενής of different kinds masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερογενέσιν — ἑτερογενής of different kinds masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερογενῶς — ἑτερογενής of different kinds adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάλυση — Φαινόμενο κατά το οποίο μικρή ποσότητα μιας ξένης ουσίας, η οποία καλείται καταλύτης, αυξάνει την ταχύτητα μιας χημικής αντίδρασης (θετική κ.) ή την ελαττώνει (αρνητική κ.). Οι καταλύτες δρουν σε ελάχιστες ποσότητες και δεν μετέχουν στην… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.